Σε καμία Ελληνική πόλη στην αρχαία Ελλάδα οι γυναίκες δεν απολάμβαναν την ίδια ελευθερία και κοινωνική θέση όπως οι Σπαρτιάτισσες. Μόνο στη Σπάρτη οι γυναίκες διέθεταν οικονομική δύναμη και επιρροή.Τα κορίτσια ασχολούνταν με τον αθλητισμό και ελάμβαναν δημόσια εκπαίδευση εν αντιθέσει με άλλες πόλεις, όπου οι περισσότερες γυναίκες ήσαν τελείως αγράμματες.
Η θέση της γυναίκας στο μεγαλύτερο τμήμα του αρχαίου Ελληνικού κόσμου και ιδιαίτερα στην Αθήνα, ήταν παρόμοια με την σημερινή κατάσταση των γυναικών στα υπανάπτυκτα κράτη. Οι γυναίκες νυμφεύονταν αποκλειστικά για σκοπούς τεκνοποίησης των νόμιμων κληρονόμων, καθώς η σεξουαλική ευχαρίστηση αναζητείτο στον αγοραίο έρωτα σε σαφώς μονόπλευρες σχέσεις στις οποίες κυριαρχούσε το ενήλικο αρσενικό. Οι σύζυγοι και κόρες των πολιτών αποκλείονταν από όλες τις δημόσιες και πνευματικές δραστηριότητες, παρέμεναν εντός της οικίας και δεν είχαν τη δυνατότητα να ασκηθούν. Οι γυναίκες δεν μπορούσαν να κληρονομήσουν, ή να έχουν περιουσία και δεν θεωρείτο αναγκαίο να τους παρασχεθεί η στοιχειώδης εκπαίδευση.
Η κατάσταση των γυναικών στην Σπάρτη κρίνεται με βάση το σκηνικό αυτού του ουσιαστικά «εχθρικού» περιβάλλοντος, όπου οι γυναίκες θεωρούντο «κατάρα για την ανθρωπότητα» και «πανούκλα χειρότερη από πυρκαγιά ή οποιαδήποτε οχιά» (Ευριπίδης).
Οι αρχαίες Σπαρτιάτισσες δεν ήταν τόσο ελεύθερες όσο οι σύγχρονες γυναίκες. Οι κύριοι ρόλοι τους στην κοινωνία, ήταν της συζύγου και μητέρας. Οι πατέρες επέλεγαν τους συζύγους γι’ αυτές και δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Παρ’ όλα αυτά, απολάμβαναν τέτοιας κοινωνικής θέσης και δικαιωμάτων που ήταν «σκανδαλώδη» για το σύνολο του αρχαίου κόσμου.
Η ελευθερία και κοινωνική υπόσταση των Σπαρτιατισσών άρχιζε από την γέννησή τους. Οι νόμοι της Σπάρτης απαιτούσαν τα θηλυκά βρέφη και παιδιά να έχουν την ίδια φροντίδα και ανατροφή, όπως τα αδέρφια τους – σε αντίθεση με άλλες Ελληνικές πόλεις, όπου τα κορίτσια είχαν περισσότερες πιθανότητες να «απορριφθούν» κατά τη γέννηση, καθότι τρεφόντουσαν με λιγότερο θρεπτικές τροφές από τους αδελφούς τους και δεν τους επιτρεπόταν να ασκηθούν.
Επιπλέον όπως και τα αδέλφια τους, τα κορίτσια στην Σπάρτη παρακολουθούσαν δημόσιο σχολείο, αν και για μικρότερο χρονικό διάστημα από ότι τα αγόρια. Στο σχολείο είχαν τη δυνατότητα και ενθαρρύνονταν να συμμετέχουν στις αθλητικές δραστηριότητες. Αλλά όπως επισημαίνει ο Πλάτων στον Πρωταγόρα (342d) η εκπαίδευση δεν ήταν καθαρά σωματική. Στην Σπάρτη «δεν ήταν μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες που υπερηφανεύονταν για την πνευματική καλλιέργειά τους». Αυτό ήταν κάτι περισσότερο από απλή παιδεία…….ήταν συστηματική εκπαίδευση στη ρητορική και φιλοσοφική σκέψη.
Όταν τα κορίτσια έφθαναν σε σεξουαλική ωριμότητα δεν βιαζόντουσαν να έλθουν σε γάμο, σε αντίθεση με τα κορίτσια στον υπόλοιπο αρχαίο κόσμο, τα οποία υπέφεραν ψυχολογικά και σωματικά, υφιστάμενα σωματικές βλάβες από το πρόωρο σεξ και συχνά πέθαιναν κατά την λοχεία. Αντίθετα οι Σπαρτιατικοί νόμοι ανέφεραν ρητά ότι τα κορίτσια πρέπει να παντρεύονται μόνο εφόσον ήταν σε ηλικία κατάλληλη να «απολαύσουν τον έρωτα». Η λογική ήταν απλή…..για τα νεαρά κορίτσια που δεν ήταν ακόμη έτοιμα ψυχολογικά για σεξουαλική επαφή, το σεξ αποτελούσε ουσιαστικά μια «πράξη βίας». Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες καταδίκαζαν τη βία στο γάμο και θεωρούσαν το σεξ με παιδιά ως «πράξη βίας».
Πολλά έχουν γραφτεί για τη θέση και τον ρόλο της γυναίκας στην αρχαιότητα, τον Μεσαίωνα και τη μεταγενέστερη/ σύγχρονη εποχή. Γενικά μιλώντας, η ιστορία είναι μάλλον «ανδροκρατούμενη»: Χωρίς να απουσιάζουν οι εξαιρέσεις, οι περισσότερες κοινωνίες είχαν τη γυναίκα επικεντρωμένη στον ρόλο της εντός της οικογένειας, ως σύζυγος και μητέρα, πιθανώς λόγω του σκληρού αγώνα για την επιβίωση των ανθρώπινων κοινωνιών που χαρακτήριζε την πορεία του ανθρώπινου είδους για χιλιάδες χρόνια. Η γυναίκα, μέσω της δυνατότητας της να δημιουργεί ζωή, διασφάλιζε την επιβίωση και τη συνέχιση της φυλής, με τον άνδρα να αναλαμβάνει το καθήκον της προστασίας/ υποστήριξης αυτής της διαδικασίας. Αυτό από μόνο του διαμόρφωσε και καθόρισε τη θέση της γυναίκας σε κοινωνίες από την προϊστορία μέχρι και τους πρόσφατους αιώνες: Η μητρική ιδιότητα της γυναίκας σε κάποιες περιπτώσεις οδήγησε σε μητριαρχικές κοινωνίες, όπου ο ρόλος της γυναίκας ως δημιουργού ζωής την έβαζε στην κορυφή- σε άλλες όμως, την κατέστησε «τρόπαιο»/ «αντικείμενο», έρμαιο των επιθυμιών των ανδρών, που τις χρησιμοποιούσαν ως μέσον για τη διαιώνιση της γενιάς.
Στην αρχαία Ελλάδα συναντώνται και οι δύο «τάσεις». Αρχίζοντας από την μινωική Κρήτη, βλέπει κανείς μια γυναίκα πολύ διαφορετική από αυτό που ακολούθησε τους επόμενους αιώνες: Η Μινωίτισσα «αντλεί ισχύ» από την ιδιότητα της μητέρας για να κατέχει μια, θα λέγαμε, χειραφετημένη θέση στην κοινωνία της θαλασσοκράτειρας Κρήτης. Ως «εκπρόσωπος/ κόρη» της μεγάλης μινωικής θεάς, που καθορίζει την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, φέρει τη «γυναικεία δύναμη», κυριαρχώντας στην πανάρχαια Μεσόγειο, συνεχίζοντας την παράδοση προϊστορικών μητριαρχικών κοινωνιών. Η γυναίκα της Κρήτης, ως μητέρα και δημιουργός, δεν είναι κατώτερη του άνδρα- μια ισχυρή φιγούρα που δεν έχει λόγο να υποχωρεί μπροστά στον άνδρα.
Τα δεδομένα φαίνονται να αλλάζουν με το πέρασμα των ετών και τη μετάβαση στη μυκηναϊκή περίοδο. Ένας πολιτισμός σαφώς πιο επικεντρωμένος στον πόλεμο, σηματοδοτεί μια μετατόπιση ισχύος στον άνδρα- χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η γυναίκα ήταν «σκλάβα» ή «δούλα»: Η Μυκηναία εξακολουθεί να παίζει ενεργό ρόλο στην κοινωνία, εξακολουθώντας να αντλεί δύναμη από την ιδιότητά της σε ενδοοικογενειακό επίπεδο.





